Δε χλευάζουμε, αντικρούουμε.
Θέλουμε να περπατήσουμε γυμνοί αγγίζοντας τους εαυτούς μας.
Δεν είμαστε πρόστυχοι.
Από το πλήθος σας μας ξεχωρίζει το βλέμμα μας, όχι φτηνά εμφανισιακά τρικ.
Το μίσος μας κάνει όμορφους, ελκυστικούς.
Τα σηκωμένα φρύδια.
Είμαστε αγέρωχοι, το περπάτημα μας καθηλώνει πολλούς.
Είμαστε προσιτοί μονάχα όταν τα βλέμματα είναι συνωμοτικά
Μιλάμε πολύ όταν δε θέλουμε να πούμε τίποτα, κι όταν πια απηυδήσουμε σιωπούμε.
Τα πρωινά, μας προφταίνει ο ύπνος, εφιαλτικός.
Δε ξυπνάμε μουσκεμένοι στον ιδρώτα, έτσι όμως ζούμε τις νύχτες μας.
Έχουμε χώμα στα νύχια μας, στις παλάμες μας, χώμα ακόμα και στα σκασμένα μας χείλη.
Δε μπορούμε να δώσουμε φως στους τυφλούς γι’ αυτό αφήνουμε κάθε πρωί τα μάτια μας στο κομοδίνο.
Μας εντυπωσιάζει η ευφυΐα, μας διεγείρει η απλότητα.
Ακολουθούμε τη ροή της κάθε σκέψης.
Δε πεθαίνουμε ποτέ γιατί βιώνουμε χίλιους θανάτους κάθε μέρα.
Δε καπνίζουμε στους δρόμους, καπνίζουμε τους δρόμους.
Δεν αντιγράφουμε, οικειοποιούμαστε, κι ούτε καν καλοξέρουμε τι.
Είμαστε βρώμικοι, βδελυροί.
Φτύνουμε τα μούτρα μας για να μη τ’ ακουμπήσει κανένας άλλος, φτύνουμε τις ζωές μας.
Δεν είμαστε μοναχικοί, αλλά δε κάνουμε πίσω ποτέ.
Φοβόμαστε μόνο τη δική μας βία.
Πίνουμε για να κοιμηθούμε και πίνουμε για να ξυπνήσουμε, δεν ήταν ποτέ στις προθέσεις μας να πιούμε για να ξεχάσουμε.
Νιώθουμε πολύ κι αυτό είναι πρόβλημα.
Ζητάμε τα πάντα για να μη μας ανήκει τίποτα.
Αντέχουμε μόνο για τις κομμένες ανάσες.
Απολαμβάνουμε την απώλεια, γευόμαστε την απόσταση στο κάθε της εκατοστό.
Δε θυμόμαστε πρόσωπα, δε ριγούμε με ψευδαισθήσεις, δε ψευδόμαστε ποτέ!
Είμαστε πονεμένοι και γι’ αυτό δυνατοί.
Γελάσαμε στο θάνατο που ζήσαμε και ζούμε ένα θάνατο που περιγελούμε.
Τα δάκρυα μας παγώνουν πριν φτάσουν στο στόμα μας.
Έχουμε πληγές στα χέρια και μελανιές στο κορμί χωρίς να ξέρουμε πως βρέθηκαν εκεί.
Δε μας θερίζει η πείνα μα η απραξία.
Δε βάφουμε τα μούτρα μας παρά μόνο με τα χρώματα του πολέμου.
Δε λιώνουμε στις φλόγες, πετάμε μόνο τα περιττά.
Δε κοκαλώνουμε στους πάγους, εκεί αισθανόμαστε όλη μας την ύπαρξη.
Ακούμε φωνές που μας λένε να είμαστε ήρεμοι και όλα θα πάνε καλά.
Μας πλάκωσε η σιωπή μια νύχτα απροκάλυπτα κι εμείς την αγαπήσαμε μ’ ότι ψυχή περίσσευε
Είμαστε σιωπηλοί εχθροί, κρυβόμαστε στις γωνίες με μάτια γυάλινα.
Χάσαμε το δρόμο, λένε. Δε κατανοούν ότι ήμασταν εμείς που ξηλώσαμε τις πινακίδες.
Είμαστε κάπως τρελοί κι αυτό θεωρούμε το μέγιστο μας κατόρθωμα.
Είμαστε εξαντλημένοι στ’ αλήθεια, αλλά δε το βάζουμε κάτω.
Συναίσθημα έχουμε και συναίσθημα δε δείχνουμε.
Και είμαστε γι’ αυτό οργισμένοι.
Μαχαιριές στ’ αλήθεια κι αυτές.
Όχι όμως καθωσπρέπει.
Υστερικά.
Γελάμε και διεκδικούμε.
Αφού σωπάσουμε.
Δεν είμαστε μικροί, και δε θα μάθουμε ποτέ…
Σάββατο 14 Αυγούστου 2010
Γιατί έτσι.
Σάββατο 7 Αυγούστου 2010
Για τις "ιστορίες"..
Ήθελα να γράψω μια ιστορία, είμαι βέβαιη γι’ αυτό. Θυμάμαι ήταν μια καλή ιστορία, έξυπνη. Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα για την ιστορία αυτή, ούτε πότε και με ποίο τρόπο δημιουργήθηκε η ιδέα της, ούτε σαφώς γιατί. Νομίζω ήταν μια ανάγκη, ένας τρόπος να ξεφύγω κάπως από ένα τετριμμένο που καθορίζει αυτή τη δημιουργία που με τη σειρά της καθορίζει εμένα. Αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρη. Ίσως έπρεπε να πιεστώ να ανακαλέσω κάποια από τις λεπτομέρειες της, ίσως πάλι και να μην υπάρχει ανάγκη τώρα πια…
Θυμάμαι καμιά φορά ιστορίες άλλων, εκφράσεις και δεδομένα, θυμάμαι πρόσωπα. Έρχονται και κάποια συναισθήματα, δε μπορώ πάντα να τα ονομάσω, δε ξέρω από πότε βρίσκονται εκεί και για ποιο λόγο, ίσως να τα ονειρεύτηκα και να μπερδεύομαι, συμβαίνει συχνά, δεν είμαι πάντα σίγουρη τον τελευταίο καιρό…
Ναι, λοιπόν, η ιστορία! Είδατε ? Πάλι χάνω τον ειρμό μου!
Αν δεν ήταν όλα τούτα γραμμένα μπορεί να ‘χα ξεχάσει πως ασχολήθηκα ποτέ με μια ιστορία για μια χαμένη ιστορία! Ίσως και να ξεκίναγα μια τρίτη ιστορία, μπορεί δηλαδή και τώρα να το κάνω, ένα κομμάτι χαρτί με μουτζούρες δε μπορεί να σε σώσει από τίποτα άλλωστε, ειδικά όταν βρίσκεσαι σ’ ένα λαβύρινθο και δε μπορείς να θυμηθείς από πού στο διάολο μπήκες ή με ποιόν ή αν βρίσκεται κανείς απ ‘έξω και σε περιμένει, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα το είχες σίγουρα ξεχάσει!
Μπορεί να σε ξέχασε κι εκείνος –μια ρομαντική πράξη αγάπης-, μπορεί να βαρέθηκε, ίσως και να σε ψάχνει, τι διαφορά έχει, εγώ ήθελα απλώς να θυμηθώ μια ιστορία και, άθελα μου, ξέχασα όλα τα’ άλλα και θυμήθηκα εσένα!..
Όχι, όχι... Ίσως… Δεν είσαι εσύ, περίμενε, μπλέχτηκα πάλι γαμώτο… Ποιος ήταν και γιατί για εκείνον μιλούσα? Δε πειράζει, άσ’ το, θα το ξεχάσω ούτως ή άλλως, ας μη παιδεύομαι άδικα. Θα γράψω καλύτερα μια ιστορία! Χμμμ…τι ιστορία θα μπορούσα να γράψω? Για ένα παιδί ή ένα αστέρι, για έναν έρωτα ή έναν αλήτη, ίσως για ένα μεθύστακα, ίσως και για κάποιον που θέλησε κάποτε να γράψει μια μονάχα ιστορία και δε τα κατάφερε ποτέ..
Για στάσου…είμαι σίγουρη πως κάτι ξεχνώ…
Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010
Never-Never Land
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010
Επειδή κάποιοι φίλοι μας θυμίζουν τα παλιά.
Οι σκέψεις πετούν πάνω απ’ το κεφάλι μας ή κάνουμε εμείς τους κύκλους σαν γύπες πάνω απ’ αυτές? Τα πάντα επιστρέφουν κάνοντας τη θεία Δίκη αληθοφανή για τους ανάλαφρους. Αν αντικαθιστούσαμε τα πάντα θα δοκιμάζαμε περίπατους στα φύλλα? Οι τόσες ρόδες κάνουν τα πλακάκια να ξεπιάνονται, πάλι καλά, αλλιώς δε θα κατάφερναν χτυπήματα τα βράδια στον ύπνο μας κι εμείς θα μπορούσαμε να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι πιο γρήγορα εξοικονομώντας πολύτιμο χρόνο να πράξουμε. Ποιος θα μας έσωνε τότε! Η σοφία πέφτει κιτρινισμένη το φθινόπωρο, αν κάθεσαι ακίνητος την τρως στο κεφάλι, αλλά χαλάει την αισθητική οπότε κάποιος σύντροφος θα φροντίσει να την πετάξει μακριά σου. Τα σφυριά των ανθρώπων είναι παιδικά παιχνίδια, μόνο ο ήχος που κάνει η επαφή τους με το κεφάλι σου σε τρομάζει λίγο, κυρίως η ενόχληση η διαρκής καταντάει εκνευριστική, αλλά τα πλαστικά όπλα δεν έχουν αληθινές σφαίρες και μόνο τον αέρα πληγώνουν που αρνείται μετά από αυτή σου τη συμπεριφορά να επιτρέψει τις πολυπόθητες αναπνοές σου. Άραγε οι σκελετοί σκέφτονται καλύτερα τώρα που έλιωσε ο εγκέφαλος τους και προετοιμάζουν την επανάσταση τους αργά αφού επιτέλους έχουν χρόνο?
Ο Παράδεισος φλέγεται, το ξέρεις στην αρχή, αλλά πρέπει πρώτα να πεις μαμά και μπαμπά, αλλιώς θα σε πετάξουν στον Καιάδα. Μετά είναι πολύ αργά, έχεις ήδη καταλάβει ότι δε νοιάζεται και κανείς στην πραγματικότητα και πρέπει κι εσύ να ξεχάσεις όλη αυτή την ιστορία γιατί το ντουλάπι με τα φάρμακα είναι ακόμα πολύ ψηλά για σένα. Η ομιλία είναι ότι χειρότερο μπορούσε να συμβεί ποτέ στον άνθρωπο, τον έβαλε να ατροφήσει τα χέρια του και μείνανε αυτά κολλημένα προς τα πάνω. Το πνεύμα έμπηξε δεκατέσσερις πρόκες στο λαιμό του μόλις αντιλήφθηκε τη σήψη της φωτιάς, με αποτέλεσμα μονάχα να μιλά πιο περίεργα απ’ ότι πριν, αλλά λίγο καλύτερα τώρα που δε καταλαβαίνουν τη χροιά του τα γουρούνια. Άλλωστε μόνο αυτά έμειναν πια, ότι είχε φτερά πέταξε, ότι είχε πόδια έτρεξε κι ότι μπορούσε να σκάψει θάφτηκε στη γη, τα γουρούνια δεν κατάλαβαν τίποτα απασχολημένα με τις λάσπες και, μη έχοντας άλλη επιλογή, τρώνε το ένα το άλλο μπας και γλιτώσουμε. Ακόμα και το χορτάρι αυτοκτόνησε, δεν άντεχε πια όλες αυτές τις προκαταλήψεις, έμαθε από ένα πρόσκοπο ν’ ανάβει φωτιά κι έτσι χαίρεται την ομορφιά της καθώς ανεβαίνει ευτυχισμένο προς τον ουρανό. Η ελεύθερη έκφραση προκαλεί προβλήματα στη ροή του σύμπαντος και δε θ’ αντέξουμε κι άλλη έκρηξη δημιουργίας, η οικονομία δεν πάει και τόσο καλά για κάτι τέτοιο και εν τέλει ούτε εσύ ο ίδιος δε θ’ ανεχόσουν τη διαφορετικότητα. Τα δώρα δεν έχουν περιτύλιγμα, μεγαλώσαμε πια, μα δε το καταλάβαμε καλά και θλιβόμαστε απ’ τη σοβαροφάνεια αλλά τι να πεις παρά ένα ευχαριστώ και τίποτα δεν είναι τέλειο άλλωστε.
Εσύ βέβαια εξακολουθείς να κυνηγάς το γαμημένο το μονόκερο, αλλά έχεις διαβάσει πολύ και ξέρεις ότι η μεταφορά είναι ξεπερασμένη, οπότε κάθεσαι σ’ ένα βράχο να κάνεις κανα τσιγάρο να ηρεμίσεις λίγο, μα είναι βρεγμένα όλα απ’ το δικό σου ιδρώτα και δεν έχεις και καναν αναπτήρα της προκοπής να τα στεγνώσεις, οπότε ξεκινάς ξανά το μάταιο κυνήγι με λίγο βαρύτερο βήμα σαφώς και συνείδηση βαρύτερη. Η προσπάθεια είναι προσπάθεια άλλωστε και δε μπορείς να εγκαταλείψεις τώρα που βρίσκεσαι ήδη στην ερημιά, τη γνώμη θα σχηματίσουν για σένα; Ντροπή, ίσως θα μας έσωνε, τουλάχιστον δε θα είχαμε τα πόδια μας ανοιχτά, γιατί για τα στόματα μας ούτε λόγος! Μα καλά, δε βαρεθήκαμε ακόμα?
Για τις νύχτες που "περνάνε" και για εκείνες που ευτυχώς παραμένουν!
Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010
Τα τζαπόνια ποτέ δε κοιμούνται, όλε!
Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
Έγκλημα και Ψυχική Ασθένεια ..
Προσφάτως, βρέθηκα να μελετώ ενα εξαιρετικό βιβλίο, της επίσης εξαιρετικής, Φωτεινής Τσαλίκογλου, με τίτλο «Ο μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή». Όπως και με όλα τα βιβλία που προσφέρονται απο τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ξεκίνησα την ανάγνωση πολύ σκεπτική για το κατα πόσον το σύγγραμα αυτό δε θα είναι φορτωμένο με κοινοτυπίες, χοντροειδείς κατηγοριοποιήσεις και ψυχαναλυτικές υπερβολές. Όπως φαντάζεστε το αποτέλεσμα με εξέπληξε ευχάριστα! Είναι φύσει αδύνατο να αναλύσω διεξοδικά το πώς ο μύθος αυτός της επικινδυνότητας του ψυχικά ασθενή, όπως και η ίδια η έννοια της επικινδυνότητας, καταρίπτονται επιστημονικά, μα θα προσπαθήσω σας κινήσω λίγο την περιέργεια προς αυτή τη κατεύθυνση.
Κάθε προσέγγιση του όρου «τρέλα» αναποφευκτα ξεκινά απο την μεσαιωνική αντίληψη του τρελού ως ενός δαιμονισμένου, επικίνδυνου αμαρτωλού, μια αντίληψη που επέφερε αμέτρητους μαρτυρικούς θανάτους όπως όλοι γνωρίζουμε. Όμως, κατά πόσο η αντίληψη αυτή έχει πραγματικά αλλάξει?
Απο τον 19ο αιώνα, η «νοσολογική θεώρηση της τρέλας», μετέθεσε την παραφροσύνη απο ένα μεταφυσικό φαινόμενο (όπου ο τρελός ήταν δαιμονισμένος), σ’ ένα καθαρά ιατρικό θέμα (όπου θεωρούταν πλέον άρρωστος). Παρ’ όλα αυτά όμως, ο παράφρονας δεν έπαψε να νοείται ως αμαρτωλός και κακός, μόνο που πια η αμαρτία του δεν σχετίζεται με το νόμο του Θεού, αλλά με το νόμο της λογικής που στηρίζει την κοινωνική ζωή. Αντιγράφουμε εδω αυτούσιο «Θα μπορούσε πράγματι κανείς να υποστηρίξει οτι η απομάκρυνση απο τις κοινά αποδεκτές νόρμες συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει τον ψυχικά ασθενή εξακολουθεί να αποτελεί μέχρι τις μέρες μας το ισοδύναμο της αμαρτίας».
Η άνοδος της αστικής τάξης στην εξουσία έμμελε ν’ αλλάξει πολύ τα δεδομένα και να καθιερώσει, ουσιαστικά, την Ψυχιατρική, ώς μια ανεξάρτητη και θεσμοποιημένη επιστήμη. Η αστική τάξη, για να διασφαλίσει την παραμονή της στην εξουσία θεώρησε απαραίτητο να θέσει υπο έλεγχο κάθε συμπεριφορά που ξεφεύγει απο τα «προκαθορισμένα και επιθυμητά για εκείνη πλαίσια». Το εξαθλιωμένο, λόγω κυρίως της ταχείας εκβιομηχάνισης, προλεταριάτο, και ειδικά τα άτομα εκείνα που «παρουσιάζουν αποκλίνουσες και παράξενες δομές συμπεριφοράς», εκλαμβάνεται ως μια ανατρεπτική δύναμη η οποία πρέπει απαραιτήτως να τεθεί υπο έλεγχο. Και εδω ακριβώς η πολιτική του ιδρυματισμού έρχεται να προστατεύσει την κοινότητα, δίνοντας « τη δυνατότητα της άγρυπνης και σταθερής παρακολούθησης των ιδιαίτερα προβληματικών περιθωριακών ατόμων που βρίσκονται κλεισμένα εκεί, χαμένα στη σιωπή και τη δυστυχία τους», και να προστατεύσει παράλληλα την εξουσία απο ταξικές συγκρούσεις και προβληματικές ομάδες που απειλούν τη σταθερότητα της. «Η αναγκαιότητα να τεθεί κάτω απο ορθολογιστικό έλεγχο η απόκλιση και να νομιμομοποιηθεί η άσκηση κοινωνική ελέγχου απέναντι της, δημιουργεί τις προυποθέσεις ανάπτυξης ορισμένων επιστημών, όπως εκείνων της Ψυχιατρικής και της Εγκληματολογίας».
Η ψυχιατρική, προσπαθώντας να κερδίσει όλο και περισσότερο έδαφος, αρχίζει να παρεμβαίνει στο ποινικό σύστημα με αφορμή μια σειρά φόνων που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, φόνων που χαρακτηρίζονταν απο εξαιρετική βιαιότητα, απο έλλειψη ορατών κινήτρων και που προσέβαλλαν «ιερές» και «πανανθρώπινες» αξίες, όπως αυτή της οικογένειας. Αυτοί οι φόνοι μπορούσαν να χαρακτηριστούν παθολογικοί, όμως κανείς απο τους δράστες δε φαινόταν να πάσχει απο κάποια ψυχική διαταραχή, πράγμα που οδήγησε τους ψυχιάτρους της εποχής να διατυπώσουν την άποψη οτι οι δράστες, παρακινήθηκαν σε αυτά ωθούμενοι απο μια «ακατανίκητη» και «απρόβλεπτη» παρόρμηση. Η ύπαρξη αυτής της «παρόρμησης», στοιχειοθέτησε τη θεωρία της ύπαρξης μιας κατηγορίας ακαταλόγιστων ψυχικά ασθενών, των «μονομανιακών». Ο Esquirol υποστήριξε πως «τα άτομα αυτά, ενώ έχουν μια απόλυτα φυσιολογική όψη και συμπεριφορά, είναι ικανά να διαπράξουν, κάτω απο την επίδραση ενός παραληρήματος, αιφνίδια και χωρίς καμία προειδοποίηση, μια οποιαδήποτε αποτρόπαιη εγκληματική πράξη». Λόγω θεωριών παρόμοιων με αυτή της μονομανίας, η επικινδυνότητα εγγράφτηκε ανεξίτηλα στην ψυχική ασθένεια και η τρέλα θεωρήθηκε «ικανή να επιφέρει απροειδοποίητα το έγκλημα» και συγκεκριμένα αυτό που ο Foucault ονόμασε «απόλυτο έγκλημα» και που παραβιάζει όλους τους νόμους της φύσης και της κοινωνίας. Η ψυχική ασθένεια, για μια ακόμη φορά, παρουσιάζεται ως η ενσάρκωση του κακού, η οποία «μπορεί να προκαλέσει αιφνίδια (όταν κανείς δε το προσμένει), αναίτια (όταν κανένας ορατός λόγος δεν υπάρχει), ύπουλα (όταν καμιά ένδειξη της διαταραχής δεν είναι εμφανής), το απόλυτο κακό».
Τι είναι όμως η ψυχική διαταραχή? Η υπερπληροφόρηση των ημερών έχει αναλάβει τον άχαρο ρόλο να σας ενημερώσει για τις μυριάδες θεωρίες, ιατρικές, ψυχαναλυτικές, κοινωνιολογικές, που χρησιμοποιήθηκαν για να ερμηνεύσουν αυτό που ονομάστηκε παθολογική συμπεριφορά και, αν και θεωρείται αναγκαίο, θα αποφύγω να εστιάσω σε αυτές. Εν αντιθέσει, θα αναφέρω μόνο λίγα πράγματα για την «αντιψυχιατρική», μια κίνηση που καταδίκασε τις παραδοσιακές απόψεις για την ψυχική ασθένεια και μετέθεσε το ενδιαφέρον στις κοινωνικές δομές που την ορίζουν. Συγκεκριμένα, η ψυχική διαταραχή θεωρείται «οχι μια αντικειμενικά προσδιορίσιμη κατάσταση, αλλά μια κοινωνικά προσδιορισμένη κατασκευή», οπού το άτομο χαρακτηρίζεται άρρωστο με κοινωνικά κριτήρια και θεραπεύεται επίσης με τέτοια, απο τους ψυχιάτρους που λειτουργούν σε ένα συγκεκρίμενο κοινωνικό δίκτυο που διαμορφώνει τις απόψεις τους. Η ψυχική διαταραχή δεν αποτελεί «σαφή ασυνέχεια απο τη φυσιολογικότητα», αλλά μια «διαφοροποιημένη κατάσταση στη ζωή ενός ατόμου που υπακούει σε αναρίθμητες κοινωνικο-πολιτισμικές μεταβλητές» και που σχετίζεται ακόμα με κάποιο μήνυμα που επικοινωνεί ο άρρωστος προς το περιβάλλον του. Αν, δηλαδή, κάποιος δηλώνει Ναπολέων, αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμπτωμα διαταραχής μόνο εαν ο κριτής θεωρήσει οτι το άτομο ΔΕΝ είναι ο Ναπολέων, κάτι που ανάγει την εναρμόνιση της ιδεολογίας του κριτή και του κρινόμενου σε βασικό διαγνωστικό κριτήριο. Θα επανέλθουμε με περισσότερα κάποια άλλη στιγμή, μα για τώρα είναι απαραίτητο να τονίσουμε πως η ψυχική ασθένεια είναι ένας ασαφής όρος που χρησιμοποιείται για να κατηγοριοποιήσει κάποια «μη-φυσιολογικά» χαρακτηριστικά ενός ατόμου σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, με δεδομένη την ηθική και τις νόρμες μιας συγκεκριμένης κοινωνικο-πολιτισμικής πραγματικότητας.
Σημαντικό είναι να αναλύσουμε και την έννοια «επικινδυνότητα» που φαίνεται να ταυτίζεται συχνά με την έννοια «ψυχική ασθένεια». Η «επικινδυνότητα» αναφέρεται στην αυξημένη πιθανότητα εγκληματικής εκτροπής ενός ατόμου. Η Εγκληματολογία είναι η επιστήμη εκείνη που προσπαθεί να βρεί τα χαρακτηριστικά της «επικίνδυνης προσωπικότητας» και να τα θεραπεύσει. Φυσικά, δεν υπάρχει μια σαφώς καθορισμένη και καθολικά αποδεκτή άποψη για τον όρο επικινδυνότητα κι έτσι όλη η κυρίαρχη κοινωνική ηθική μπορεί εύκολα να διεισδύσει στον ορισμό αυτής, επιφέροντας δραματικά αποτελέσματα στην ελευθερία ενός ατόμου. Τόσο η επικινδυνότητα όσο και η ψυχική ασθένεια, δομούνται πάνω στην έννοια της «φυσιολογικότητας», η οποια αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να προσαρμοστεί στις αξίες και τους κανόνες της άρχουσας τάξης, με τρόπο που κάθε απόκλιση απο τις κοινωνικές νόρμες επιφέρει ετικετάρισμα του ατόμου ως «τρελό» ή ως «επικίνδυνο». Δεν χρειαζόμαστε άλλωστε βιβλία για να παρατηρήσουμε, ακόμα και στη δική μας συμπεριφορά, το πόσο εύκολα έχουμε μάθει να χαρακτηρίζουμε κάποιον «τρελό» και, σχεδόν αυτόματα, να τον αποφεύγουμε απο φόβο.
Τα ερευνητικά δεδομένα είναι μπόλικα και εξαιρετικά ενδιαφέροντα, αλλά είναι μια μελέτη που θα πρέπει να κάνετε μόνοι σας! Συνοπτικά, θα πούμε μόνο οτι η σχέση της επικινδυνότητας με την ψυχική ασθένεια στηρίζεται σε τρείς υποθέσεις που έχουν προσπαθήσει να τεκμηριωθούν επιστημονικά. α. Στην αυξημένη πιθανότητα εγκληματικής εκτροπής των ψυχικά ασθενών (έρευνες σχετικά με την ποσοστό εγκληματικότητας στους ψυχικά ασθενείς και με το ποσοστό ψυχικών ασθενειών στους καταδικασμένους εγκληματίες). β. Στην αποδοχή μιας σχέσης αιτίου-αιτιατού ανάμεσα στην ψυχική ασθένεια κ την εγκληματικότητα (έρευνες σχετικά με τις διαφορές στον τρόπο που εγκληματούν οι ψυχικά ασθενείς σε σχέση με τον «φυσιολογικό» πληθυσμό). γ. Στη θεώρηση των εγκλημάτων των ψυχικά ασθενών ως ακατανόητες και αναίτιες πράξεις.
Μέσα απο όλα αυτά τα δεδομένα αναδύεται η αδυναμία της επιστήμης να τεκμηριώσει τη σχέση μεταξύ ψυχικής ασθένειας και εγκληματικότητας, μια σχέση που όμως έχει τεκμηριωθεί κοινωνικά, εξυπηρετώντας τους σκοπούς της άρχουσας τάξης. Το έγκλημα γίνεται μια άμεση απειλή που δικαιολογεί τη παρέμβαση του ποινικού συστήματος στην καθημερινότητα μας και που αποσπά, με τη βιαιότητα του, την προσοχή μας απο τα καθημερινά «εγκληματα» της άρχουσας τάξης. Το άτομο, ειδικά εκείνο που ανήκει σε μη προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, στιγματίζεται ως επικίνδυνο και απομονώνεται, επικυρώνοντας ταυτόχρονα τη φυσιολογικότητα της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας. Κι αν αυτά σας φαίνονται περίεργα, σκεφτείτε το πώς νιώθετε περνώντας το βράδυ δίπλα απο κάποιον που μιλάει μόνος του, το πώς αυξάνετε τον ήχο της τηλεόρασης όταν ακούτε για κάποιο «στιγερό έγκλημα», το πως αναφωνείτε «ευτυχώς, μαλάκα, που είμαστε καλά» και το πως ο φόβος έχει γίνει πλέον το πρώτο συναίσθημα που νιώθουμε αντιμετωπίζοντας το διαφορετικό.
«Ο επικίνδυνος ψυχασθενής, λειτουργώντας σαν ένα είδος αποδιοπομπαίου τράγου, επιτρέπει την ενδυνάμωση ενός κυρίαρχου μοντέλου φυσιολογικότητας, απόλυτα εναρμονισμένου με τα συμφέροντα της άρχουσας ιδεολογίας, ενός μοντέλου συνυφασμένου με την καθησυχαστική εικόνα ενός «φιλειρηνικού», «κοινωνικά συγκρατημένου» ατόμου, που θέτει κάτω απο ορθολογισμένο έλεγχο τις όποιες παρορμήσεις του και υποτάσσεται «οικειοθελώς» στις προδιαγραφές μιας πειθαρχημένης και λίγο πολύ προδιαγεγραμμένης πορείας ζωής.»
Πηγές και further reading.
Ο μύθος του επικίνδυνου Ψυχασθενή – Φωτεινή Τσαλίκογλου. Εκδόσεις Παπαζήση.
Σχιζοφρένεια και φόνος – Φωτεινή Τσαλίκογλου. Εκδόσεις Λιβάνη
ΥΓ. Τα βιβλία αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως έναυσμα για το συγκεκριμένο κείμενο,το οποίο αντανακλά τα δικά μου συμπεράσματα, καθώς τις απόψεις της κ.Τσαλίκογλου μπορεί να τις παραθέσει μόνο η ίδια. Τα κομμάτια που χρησιμοποίησα αυτούσια θεωρώ οτι περιγράφουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δεδομένα στα οποία αναφέρονται. Για να μην παρεξηγούμαστε αυτά και για να μη μας ξεχέσει και κανας Μεγάλος Αδελφός που δε τον έχω κι όρεξη.