Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

Πίπολ..

Μου αρέσουν τα τρόλει. Μου αρέσει να πίνω τσίπουρα στην αγορά και μου αρέσει κι ένα συγκεκριμένο παγκάκι στην Ακαδημίας. Μου αρέσουν αυτά γιατί παρατηρώ τον κόσμο. Παρατηρώ έναν κόσμο έξω απ' το δικό μου μικρόκοσμο, έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό και ιδιαίτερο, στη δική του φάση. Θα το λέγαμε κόσμο "λαικό", κόσμο "άλλης γενιάς", κόσμο "περαστικό", δε με απασχολεί, η λέξη κόσμος μου αρκεί.
Αφορμή ένας τύπος, gay, 40άρης, φαινόταν ο άνθρωπος ότι δεν ήταν και καλοζωισμένος, φαινόταν ότι ήταν καλό παιδί και έφαγε κάμποσα αγγούρια μέχρι τώρα (σιγά μωρή που τα δες όλα αυτά μέσα σε 5 λεπτά. Ναι, σου λέω, φαινόταν ο άνθρωπος). Όπως συνήθως συμβαίνει πριν αρχίσεις να παρατηρείς κάποιον, χτυπάει το τηλέφωνο του. Κάποιος του λέει να πάνε σε ένα παρτυ. "Δε μπορώ βρε Νίκο μου, έχω πένθος, τι θα πάω σε μπαλ μασκέ?" Τον πιέζει ο Νίκος, επαναλαμβάνει μονίμως ότι έχει πένθος, να, και στο θέατρο που είχε πάει δεν είχε βιολιά και κλαπατσίμπανα, ένα απλό θέατρο ήταν αλλιώς δε θα πήγαινε, και εντάξει αν ήταν τίποτα άλλο ναι, αλλά τι, πέθανε ο πατέρας μου κι εγώ θα πάω να τραγουδάω και να χορεύω?
Και κάπου εκεί προφανώς του λέει ο Νίκος "Ε, μη τραγουδάς και μη χορεύεις".
Και απαντά "Ε, κι άμα έρθω στο τσακίρ κέφι?... Δε μπορώ, πρέπει να το κρατήσω το πένθος"...
Είχε πένθος, δεν είχε θλίψη αυτός ο άνθρωπος. Ποιός ξέρει πόσο ξύλο θα 'χε φάει απ' τον πατέρα του, πόση καταπίεση, πόσα σκατά, τι φάση τέλος πάντων να ήταν όλη αυτή που τον έκανε να χάσει ένα παρτυ λόγω πένθους, αλλά να μη σκύβει το κεφάλι του, να μη σπάει η φωνή του, να μη δείχνει να νιώθει αυτό το....αυτό το κάτι που συμβαίνει μέσα σου όταν χάνεις κάποιον.
Ήθελα να του πω "Λυπάμαι".
Ήθελα να του πω "Είναι καλύτερα έτσι".
Ήθελα να του πω "Να πάει να γαμηθεί ο σκατόγερος".
Δεν είπα τίποτα φυσικά, τουναντίον του έδειξα ότι δε ξέρω, δεν άκουσα και δεν κατάλαβα τίποτα.
Άλλωστε, που ξέρεις εσύ τι νιώθει, που ξέρεις εσύ ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που παρατηρείς κατά καιρούς τι κάνουν, ακούγοντας και βλέποντας ένα τόσο μικρό κομμάτι του εαυτού τους? Νομίζω πως μπορεί να ξέρεις περισσότερα γι' αυτούς τους ανθρώπους τελικά απ' όσα ίσως ξέρεις για κάμποσους γνωστούς σου, νομίζω πως μπορείς να τους δεις πιο καθαρά και να σε αφήσουν κι αυτοί να δεις το πιο απλό και βαθύ τους κομμάτι. Νομίζω πως καταλαβαίνεις πολλά, γιατί δε σε νοιάζει να καταλάβεις, γιατί δε σε "απειλεί" να νιώσεις, νομίζω πως μπορείς να βρεθείς πολύ πιο κοντά, ακριβώς επειδή είσαι πολύ μακριά..
Anyway, να 'ναι όλοι τους καλά, δε τους ξεχνώ και χαίρομαι πάντα να τους ξαναβλέπω, ει δυνατόν, πιο χαρούμενους κ ήσυχους..

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Περί ανθρωπακίων

Ξυπνάς μια το μεσημέρι, αυτό είναι αρκετό να σου γαμήσει τη διάθεση. Κάποιος σου χτύπησε την πόρτα 10 παρά τέταρτο, περίεργο μιας και στις 10 θα έπρεπε να ήσουν κάπου που προλάβαινες να πας μέσα σε ένα τέταρτο, αλλά είχες αποφασίσει ήδη να κάτσεις καλύτερα στ' αυγά σου και ξανακοιμήθηκες, νιώθοντας βέβαια λίγο πιο μαλάκας που αγνόησες και τη συγκυρία. Και σε πιάνει όλο αυτό το γαμώπραμα, που μη πείτε δε πιάνει κι εσάς, δε θα το πιστέψω, αυτό το "γιατί τώρα το 'κανα έτσι αυτό και ναι, εντάξει, δε μπορούσα, αλλά πότε θα μπορέσω και να, πάλι στα παλιά, τόσος κόπος για να επιστρέψεις στις συνηθισμένες μαλακίες, αλλά όχι, τώρα είναι αλλιώς και ..... (όπως έλεγε κ μια γιαγιά σ' ένα χωριό) δεν είναι που... είναι που..."
Κάθεσαι ο ηλίθιος και αναμετράσαι με τον εαυτό σου να βρεις ποιος απ' τους δυο σας έχει καλύτερα ρητορικά skills και θα πείσει τον άλλον ότι είναι ή δεν είναι έτσι και έχει μάλλον και ωραία μέρα έξω, αλλά δε βλέπω φως, είμαι στον ακάλυπτο και θα πρέπει να φτιάξω τη διάθεση μου μόνη μου, γιατί αν περιμένω απ' τη μέρα σώθηκα!
Κάνεις 5 βήματα μπροστά, δεν έχει σημασία όμως γιατί έτσι έπρεπε να κάνεις, no big deal, δε σε πιάνει καμιά χαρά ή κανένα αίσθημα ικανοποίησης, άμα τύχει και κάνεις όμως ένα πίσω, πάει τη γάμησες! Σε προλαβαίνει το αρχιδάκι που κατοικεί στο κεφάλι σου, σε βάζει κάτω και σε ξεχέζει παντόκορφα. Ντάξει, αυτός είναι ο ρόλος του το καταλαβαίνω, γιατί πρέπει να συνεχίσεις να προχωράς μέχρι κάποια στιγμή (υποτίθεται) να φτάσεις εκεί που θα νιώσεις καλά για τα βήματα που έκανες μέχρι τώρα, αλλά όπως φαίνεται ή δε πήγα ποτέ πουθενά ή δεν το χάρηκα και πολύ όταν έφτασα.
Και δεν είναι, μη παρεξηγηθώ, ότι μπορεί κανείς να κάνει κάτι, δεν έχεις καμία βλέψη να ικανοποιήσεις κάποιον έξωθεν, το ανθρωπάκι είναι που κρατάει τα ρεκόρ με το χρονόμετρο ανά χείρας και σου κάνει κήρυγμα περί στόχων και προόδου.
όπα, έσκασε λίγο φως στον ακάλυπτο.
χμ, πάει.
Anyway, πήγα να γράψω να πάει να πνιγεί το ανθρωπάκι, αλλά εκεί θα είναι να με βασανίζει και να με βάζει να προσπαθώ "να του δείξω εγώ". Μπορεί να 'χει και δίκιο, όμως για τώρα το ξόρκισα το ρημάδι.
Καλημέρα.
(hmmmm, does that make ANY sense??)

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Γκριν, Γκριν

Ρε πούστη μου (μπαρδον, έχω νεύρα), όπου και να γυρίσεις το κεφάλι σου πληροφορίες, γνώσεις, ποσοστά, ενημέρωση, ενημέρωση, βιβλία, περιοδικά, φιλοσοφίες. Ήρθε κι ένα παιδάκι τις προάλλες στο σπίτι μου και λέει "είναι το πιο άσχημο σπίτι που 'χω δει", "Γιατί παιδί μου?", "Γιατί έχει πάρα πολλά βιβλία". Δεν είχε με τι να παίξει το παιδί, λογικό, έχουμε γεμίσει πνεύμα, μη τυχόν δε καταφέρουμε να έχουμε άποψη, μη μας πουν χαζούς αν δε κάνουμε μια καλή ανάλυση για το α,β,δ θέμα που θα τύχει να αναφερθεί. Τι μαλάκινση είναι αυτή? Δηλαδή, γιατί να έχω άποψη ρε φίλε, γιατί έχουμε μπει όλοι στο τριπάκι να ξέρουμε 1000 πράγματα και να μη γνωρίζουμε τίποτα? Γιατί τίποτα δε καταφέρνεις να γνωρίσεις μέσα σ' αυτό το συρφετό και, να τώρα άμα πω ημιμάθεια μου φαίνεται μπανάλ και πως κατάντησαν οι λέξεις μπανάλ? Τι έχει δύναμη πια? "Πάρε ένα dvdακι με μουσική ρε που σου γραψα", πότε να προλάβεις να ακούσεις τους 30 δίσκους που χωράει το "dvdάκι"? Ποτέ! Θα κολλήσεις σε 2 δίσκους, θα τους ακούσεις 10 φορές (άμα προλάβεις), θα θυμάσαι και τους τίτλους των μισών άλλων αν τυχόν στους αναφέρει κανείς να κάτσεις να τους ακούσεις, θα γεμίσει ο σκληρός κι όταν κρασάρει θα κλαίγεσαι, λες και είχε κάνα νόημα η συσσώρευση δεδομένων (απ' τη ζωή είναι βγαλμένα αυτά)!
Άιντε με το στανιό ανάλυση κι άιντε με το στανιό γνώμη γιατί έτσι γαλουχηθήκαμε δηλαδή? Παπαγαλίες και άγιος ο θεός? Τι έγινε εδώ και τι συμβαίνει εκεί και τι έχει αυτός και ποιος είμαι εγώ και γιατί, γιατί, γιατί? Πρέπει να ανέβεις σ' ένα βουνό δηλαδή για να μη σε νοιάζουν οι πληροφορίες "α, δε ξέρω τα της επικαιρότητος, ήμουν διακοπές"? Και να γράψω και μια μαλακία στο μπλογκ να ενημερωθούν οι άνθρωποι για το κακό που μας κάνει η ενημέρωση?
Ψολές, η νέα αγαπημένη λέξη. Βαρέθηκα. Σιχτίρ

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Μπορείτε να με βρίσετε. Πολύ. Αλήθεια.

Σκεφτόμουν ρε πούστη, πόσο ξεροκέφαλα κωλόπαιδα ήμασταν πάντα και τι δίκιο που 'χαν οι μανάδες μας. Πως μου ήρθε τώρα αυτό (εδώ είναι που θα με βρίσετε). Κατάλαβα σχετικά πρόσφατα ότι η υψηλόμισθη θέση που περιμένω ως ειδήμων στο delivery δεν πρόκειται να έρθει ποτέ και κατά συνέπεια δεν θα αποζημιωθώ για τα τόσα και τόσα ευρό που έχω ξοδέψει σε κάθε λογής κουζίνα που μπορεί να συσκευαστεί. Έτσι λοιπόν, αποφάσισα να αρχίσω το μαγείρεμα κι εγώ, με αμφίβολα μέχρι στιγμής αποτελέσματα. Η δόλια μάνα άρχισε να δέχεται προς μεγάλη της ευχαρίστηση τηλεφωνήματα του στυλ "πού το βάζω τώρα αυτό" και "γιατί μου συμπεριφέρεται έτσι εκείνο" και ούτω καθέξής, κάτι που την οδήγησε στο βιβλιοπωλείο για να μου πάρει ένα τσελεμεντέ (ο οποίος φυσικά "δε ξέρει" τόσο καλά όσο η ίδια) και, πιστεύω ακράδαντα, και στην εκκλησία για να ανάψει μια λαμπάδα που το παιδί της αποφάσισε επιτέλους να γίνει γυναίκα σωστή και νοικοκύρισα. Τέλος πάντων, εκεί που θέλω να καταλήξω είναι στο ότι για χρόνια και χρονάκια αντιστεκόμουν σθεναρά στην αγορά αυτού που κάθε ελληνική οικογένεια αποκαλεί "το multi". Ναι, ναι, αυτό το μπζιν μπζιν με τα λεπίδια που βρισκόταν ΜΟΝΙΜΩΣ στον πάγκο κάθε σπιτιού και ήταν ένας μικρός θεούλης που μπορούσε να κάνει τα πάντα! Ένα δράμα έχω περάσει μ' αυτό το μηχάνημα το τόσο αγαπητό, άσε που κάθε φορά που βρισκόταν κάτι που ήταν σαν αυτό το standar που είχαμε, αλλά έκανε και κάτι τις παραπάνω, τρέχαμε να το αγοράσουμε μόνο και μόνο για να καταλήξουμε ότι δε κάνει τίποτα καλά και δε μπορεί να συγκριθεί με το δικό μας. Anyway, ομολογώ πως παρά τα παιδικά τραύματα, ένας αξιόλογος έμπορας μου πούλησε ένα τέτοιο επειδή "έτριβε και πάγο για coctail" (όχι και πολύ καλά βέβαια), αλλά όταν αποφάσισα μια μέρα να βάλω κάτι περισεύματα, να τα "περάσω απ' το multi" και να τα φάω ως dip (με τραγικά αποτελέσματα όπως μπορείτε να φανταστείτε), συνειδητοποίησα για τα καλά ότι το μηχάνημα αυτό είναι διαβολικό και το ξεφορτώθηκα.
Όχι βέβαια για πολύ, καθώς και η αγαπητή μου θεία (που ποτέ δε το περίμενα από εκείνη) ήταν μέσα στο κόλπο και σε μια αναπλήρωση των οικιακών συσκευών (η καφετιέρα χαλάει πάντα στην 4ετία), μου φόρτωσε και ένα τέτοιο απεχθές μηχάνημα γιατί "δε μπορεί να μην έχεις". Τι να κάνω, χωρίς καφετιέρα δε ζω, το πήρα κι αυτό και το 'χωσα σ' ένα ντουλάπι να μη το βλέπω. Αποφάσισα όμως, μετά από διάφορες σάλτσες με κομματάκια ντομάτας και κρεμμυδιού να μου χαλάνε την ισορροπία, να του δώσω μια και μόνη ευκαιρία.
Και κάπου εδώ θα φτάσω στο κεντρικό συμπέρασμα, το οποίο με λυπεί πολύ που θα παραδεχτώ, αλλά είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Καθήστε.. ΕΙΧΑΝ ΔΙΚΙΟ. Ναι. Είχαν απόλυτο δίκιο. Αυτό το μαραφέτι ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ ΥΠΑΡΞΗΣ. Και ναι, ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ. Τι να πω, μπορεί να φταίει που εμείς μεγαλώσαμε βλέποντας παλαβούς να μαγειρεύουν στην τηλεόραση και (άκουσον, άκουσον) να χρησιμοποιούν μαχαίρια (τη γνώση των οποίων καμιά ελληνίδα νοικοκυρά δεν έχει, γιατί τι να ψιλοκόψεις αφού έχεις το multi).
Αυτά είχα να πω εν ολίγης, ελπίζω να μη συνειδητοποιήσω στην πορεία πως λόγω ύπαρξης έχουν και οι παρκετέζες και τα σεμεδάκια και όλα τα υπόλοιπα περίεργα πράγματα με τα οποία μεγαλώσαμε, αλλά πια δεν είμαι σίγουρη για τίποτα. Τέλος πάντων, μάνα, sorry..

ΥΓ. Σε περίπτωση που αναρωτιέστε, ναι, έχω πιο σοβαρά πράγματα να ασχοληθώ.
ΥΓ2. Και, όχι, η ζωή μου δεν είναι τόσο τραγική, ευχαριστώ.!

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Και μου 'λεγε η μάνα μου, μη πίνεις Jameson παιδί μου.

Η πραγματικότητα κερδίζει πάντα. Πικρή, ανένδοτη, ζόρικη, γλυκιά, απλή, βαρετή, υπέροχη, πιο επίθετο θα μπορούσε να δημιουργηθεί που να μη της ταιριάζει? Παίζεις ένα παιχνίδι με βόλους και απέναντι σου η μέρα, η κάθε μέρα, όλες οι μέρες οι άπειρες, με χίλια χρώματα φορεμένα πάνω τους, πώς να κερδίσεις? Κάθεσαι ο μαλάκας και λες, θα παίξω, ξέρω ότι θα χάσω, αλλά να, κάπου εκεί στο βάθος βλέπω κάτι στο φόρεμα μιας μέρας στο άπειρο, ναι, ένα κόκκινο τόσο έντονο, θέλω να το δω από κοντά! Και κάνεις να ξανακοιτάξεις και το κόκκινο έχει χαθεί, είναι κάπου αλλού, πού να'ναι? Άνθρωποι κρέμονται απ' τα χέρια της κάθε μέρας, δε τους ξέρεις, δε τους συμπαθείς, μπορεί να τους αγαπάς μέχρι τότε, μπορεί να τους μισείς, στο ίδιο συνεχές είναι όλα αυτά, ποιοι είναι? ποιος είσαι? Τι θέλουν να σου πουν αυτές οι μέρες, τι ξέρουν? Δεν έχουν βλέμμα, δε μπορείς να μαντέψεις, δε νοιάζεσαι άλλωστε αρκετά για να πέσεις σε τέτοια πηγάδια, να παίξεις θες μόνο, μα αποκαρδιώνεσαι λιγάκι που ο δρόμος δεν έχει έξοδο. Κι οι μέρες κερδίζουν, έρχονται, περνάνε και εξαφανίζονται στο άπειρο απ' όπου ήρθαν, δε μπορείς να τις ακουμπήσεις καν, χάνονται κάτω απ' τα χέρια σου, κάποτε σκεφτόσουν ότι αυτό συμβαίνει γιατί είναι φτιαγμένες απ' όνειρο, τώρα δεν είσαι και τόσο σίγουρος αν είναι καν φτιαγμένες από αλήθεια. Κι αρχίζεις και κουράζεσαι απ' τη σκυφτή και άβολη στάση, θες να ξαπλώσεις να κοιμηθείς κι αυτές να περνάνε, να παίζουν μόνες τους, να κερδίζουν και να χάνουν και να μη σε νοιάζει, αλλά όλο και κάτι υπέροχο περιμένεις να φορά η επόμενη ή ίσως αυτή παρακάτω και να, ήταν και μερικές που δε τους έδωσες σημασία και μετάνιωσες που δεν είδες όλα τους τα χρώματα. Παίρνεις μια ανάσα και παίζεις ξανά, λίγο από τύψεις, λίγο από φόβο, λίγο από προσδοκίες, κάθεσαι και τις αφήνεις να συνεχίσουν την παρέλαση τους, κουρασμένος και χαμένος, ακόμα και αφού έχεις δει το ομορφότερο χρώμα και τον πιο γλυκό άνθρωπο που θα μπορούσαν να κουβαλούν, πάλι κουρασμένος και χαμένος απ' το συνεχές, πάλι κουρασμένος και χαμένος απ' τα γκρίζα και τα μαύρα που έρχονται στην αμέσως επόμενη, πάντα κουρασμένος και χαμένος να παίζεις με τους ίδιους χρωματιστούς σου βόλους, την ελπίδα, το φόβο, τη μαγεία και τη θλίψη.

Τη βαρέθηκα αυτή τη γαμημένη μεταφορά. Μ' έχει ήδη νικήσει η μέρα κι έχει πολύ ακόμα, 'ντάξει?

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Δε τα φτιάχνουν τα "Ουρλιαχτά" όπως παλιά!

Ακούγοντας πρωί-πρωί τον κύριο Dylan, άρχισα να σκέφτομαι, με τη σφουγγαρίστρα ανά χείρας (standarάκι), πόσο πλάκα θα είχε αν προσπαθούσε κάποιος σήμερα να γράψει ένα τύπου "Howl", όπως έκανε ο Ginsberg το '50. Τι στο καλό θα μπορούσες να γράψεις για την εποχή μας αυτή και τους ανθρώπους της? Ποια είναι τα "μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας"? Ποιοι οι "Όσιοι", ποιοι οι "Μολόχ"?
Δηλαδή, ναι, εντάξει, υπάρχει τέχνη, σίγουρα. Πώς είναι όμως πια? Πως διαφοροποιείται απ' το παρελθόν και πως το ενσωματώνει για να δημιουργήσει κάτι νέο? Πώς επαναστατεί? Και φυσικά υπάρχουν και επαναστάτες, υπάρχουν και αναρχικοί (της ζωής, όχι της πολιτικής), υπάρχουν θερμές συζητήσεις και διαφωνίες, αλλά με ποιο τρόπο γίνονται πια αυτά?? Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, ποιος ο στόχος τους ο απώτερος και ποιοι οι στόχοι στους οποίους επιτίθενται? Τι είναι ακτιβισμός, τι κρύβει πίσω απ' τα γράμματα του?
Και βέβαια, υπάρχουν και αλήτες, υπάρχουν ρεμάλια, υπάρχουν πότες, υπάρχουν ναρκωτικά (αν και δε τα φτιάχνουν όπως παλιά, όπως και το χαλβά Φαρσάλων αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία).
Που συγκλίνουν όμως αυτοί, που "ομαδοποιούνται"? Υπάρχουν ποιητές-επαναστάτες-μουσικοί-αλήτες πια? Υπάρχουν "κινήματα", σκοποί που ν' αγιάζουν τα μέσα και να φτιάχνουν μαργαριτάρια απ' τα σκατά της ζωής τους?
Υπάρχει το ίδιο πάθος? Η ίδια απελπισία για ζωή?
Ή μήπως όλα τούτα ήταν πάντα ατομικά? Μήπως κάποιοι άνθρωποι, αντισυμβατικοί και αντιδραστικοί, έβρισκαν πάντα τις συνθήκες στις οποίες θα επαναστατούσαν προσωπικά, θα δημιουργούσαν προσωπικά, θα καταστρέφονταν προσωπικά και ούτω καθεξής? Αδυνατώ να το πιστέψω η αλήθεια είναι.
Πάντως, μ' όλη τούτη τη σκέψη μου 'ρθαν στη μνήμη κάτι "όσιοι", κάτι αλήτες, κάτι αναρχικοί της ζωής, κάτι ποιητές, κάτι συζητήσεις, κάτι ποτά, κάτι πάθη, κάτι ιστορίες, κάτι σαν .."Ουρλιαχτό".
Κάτι σαν απάντηση στον εαυτό μου. Κάτι σαν ναι, υπάρχουν αν θες να τα βρεις κι αν κάποιος είχε τ' αρχίδια να το γράψει, πιθανότατα θα ήταν τόσο ίδιο και τόσο διαφορετικό από το "Ουρλιαχτό" εκείνης της εποχής που έχει στοιχειώσει όλες τις επόμενες γενιές.

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Η μνήμη που τρεμοσβήνει

Χτες έπεσε στα χέρια μου για μια ακόμη φορά το Move it, ένα πολύ όμορφο free press για το cinema και τα παρελκόμενα του, μια πολύ ενδιαφέρουσα φάση, ακόμα και για μένα που σινεφίλ δε με λες, έζησα με ευκολία 3 χρόνια χωρίς να πατήσω σε κινηματογραφική αίθουσα. Ναι, το θέμα μας είναι ότι σε μια από σελίδα ζητά από τους αναγνώστες να γράψουν μια κριτική/περίληψη/σκέφτομαι και γράφω για κάποια ταινία που γουστάρουν (ή φαντάζομαι και που δεν γουστάρουν). Περιέργως και παραδόξως η πρώτη ταινία που μου ήρθε στο μυαλό ήταν το "Le Feu Follet" (νομίζω "Η φλόγα που τρεμοσβήνει" στα ελληνικά) του Louis Malle, ένα γαλλικό φιλμ του '63 που με έσπρωξε να νοικιάσω την επόμενη μέρα ότι Malle είχε και δεν είχε το video club (και να δικαιωθώ για αυτή μου την κίνηση). Το περίεργο όμως είναι πως από αυτή η ταινία, που πρώτη μου ήρθε στο μυαλό σκεπτόμενη τις αγαπημένες μου ταινίες, δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα! Δηλαδή, ναι, εντάξει, σκοτεινό φιλμ, καταθλιπτικός πρωταγωνιστής, ένα όπλο, ένα κερί, τρομερό συναίσθημα και.. ε, αυτά περίπου..
Εντάξει, θα μου πεις δες την ξανά, δεν έγινε και τίποτα. Το ζήτημα είναι πως αυτό τείνει να συμβαίνει με όλα τα πράγματα που απολαμβάνω ιδιαίτερα. Ναι, δε μπορώ να θυμηθώ τίποτα από τον Ζαρατούστρα ή τα Άσματα του Μάλντορορ ελάχιστα από το έγκλημα και τιμωρία, σχεδόν τίποτα από το Diary του Palahniuk, μία μόνο σελίδα από τα Άγρια Αγόρια και ξεχνώ συχνά ακόμα και πως έχω διαβάσει το Fear and Loathing. Είναι όλα τους, μαζί με πολλά ακόμα, αριστουργήματα για μένα, αλλά δεν έχω ιδέα για ποιο λόγο!
Και σκέφτομαι, όταν κάποιο έργο τέχνης μας ακουμπά συναισθηματικά, μήπως τα επιμέρους στοιχεία του χάνουν εντελώς το λόγο ύπαρξης τους? Υπάρχει πιθανότητα να είναι μια εντελώς διαφορετική λειτουργία η ανάγνωση/κατανόηση μέσω των "λογικών" κομματιών του εγκεφάλου μας και διαφορετική εκείνη που συντελείται στα "συναισθηματικά" κέντρα? Μπορούμε να θυμηθούμε ή μόνο γεγονότα ή μόνο συναισθήματα που μας προκάλεσαν τα γεγονότα ή είναι απλά όλο αυτό μια προσωπική δυσλειτουργία/ ενδιαφέρον/ τρόπος κατανόησης?
Θυμήθηκα μόλις τώρα μια γελοία στιχομυθία με ένα φίλο πριν πολλά-πολλά χρόνια. "Αχ, ήταν τόσο γλυκά, κοιταζόμασταν στα μάτια μπλα μπλα", "Α,ναι? Τι χρώμα μάτια έχει?" "Εεεε, δε ξέρω!"
Τραγικό.


ΥΓ. http://www.moveitmag.gr/